Το παιχνίδι, που για τον άνθρωπο είναι το βασικότερο μέσο ψυχαγωγίας εμφανίζει στοιχεία κατά τους προϊστορικούς χρόνους στην Ελλάδα.

 

 

«Σκηνές παιδιών που παίζουν μας έχουν σωθεί κυρίως πάνω σε μικρά αγγεία που λέγονται χόες. Τα αγγεία αυτά τα κρατούσαν παιδιά που πήγαιναν στη γιορτή των Ανθεστηρίων.

Το πρώτο παιχνίδι που έπιαναν στα χέρια τους τα βρέφη στην αρχαιότητα ήταν η πλαταγή (πλαταγώ = δημιουργώ ήχο κρούοντας), η κουδουνίστρα, που φέρεται να επινόησε ο «πατέρας» της μαθηματικής μηχανικής Αρχύτας από τον Τάραντα τον 4ο αι. π.Χ. και δείγμα της εκτίθεται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Καμωμένη από πηλό ή μέταλλο και γεμισμένη με πετραδάκια ή σπόρους, όχι μόνο διασκέδαζε τα νήπια, αλλά, σύμφωνα με τις δοξασίες της εποχής, απομάκρυνε και τα κακά πνεύματα.....» http://www.netschoolbook.gr/gloss_paignia.html

 

Ακόμα και στη σημερινη εποχή δεν νοείται παιδί που να μην έχει διάθεση για ατελειωτες ώρες παιχνιδιού!!

Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός πλέον ότι με το παιχνίδι ¨σμιλεύεται¨ η φαντασία, η εφευρετικότητα, η παρατηριτηκότητα και χτίζεται η προσοπικότητα του νεαρού ανθρώπου με την ομαδικότητα που (αν) προσφέρει το παιχνίδι.

 

«Το παιχνίδι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της ζωής του παιδιού αφού παίζει μεγάλο ρόλο στη σωματική, διανοητική και συναισθηματική του εξέλιξη. Καλύπτει μια πρωταρχική ανάγκη του παιδιού, καθώς του προσφέρει ιδιαίτερη συναισθηματική ικανοποίηση. Παιδίατροι και ψυχολόγοι αναγνωρίζουν τη μεγάλη αξία του στην ανάπτυξη της νοημοσύνης του παιδιού.» http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=5563&subid=2&pubid=133544

 

 

Σε οποιοδήποτε χώρο κι αν βρεθεί ένας πιτσιρικάς, στις περισσότερες φορές θα ψάξει να βρει κάτι στρογγυλό για να το κάνει μπάλα!! κυρίως μετά από κάθε επιτυχία των εκάστοτε αθλημάτων. Η πιτσιρίκα θα ψάξει για καμιά μπαρμπυ ή σε άλλη περίπτωση και τα δυο να θέλουν να τραγουδήσουν στο καραόκε και να μιμηθούν τον Σάκη ή την Έλενα!!!

 

Βλέποντας τα σημερινά παιδιά, όλο και λιγότερο στις αλάνες, και ενθυμούμενη τα δικά μου παιδικά χρόνια, το πόσο ανέμελα κυλιόμασταν στο χώμα και στα χόρτα, πως παίζαμε μαζί με άλλους συνομήλικους ομαδικά, σκέφτηκα να βρω και να μαζέψω από τις μνήμες μου ότι έπαιζα στη δικιά τους ηλικία.

Και είναι πάρα πολλά τα αξέχαστα παιχνίδια!!

 

Ιδού λοιπόν!

Το κουτσό

 

(κορίτσια) Παιζόταν από δυο άτομα. Το πρώτο παιδί που άρχιζε, έριχνε μια στρογγυλή πέτρα στην αρχή του σχεδίου. Έπρεπε στηριγμένο στο ένα πόδι να σπρώξει μ' αυτό την πέτρα ώστε να βγει έξω από το σχέδιο στην αρχή.

Στη συνέχεια έριχνε την πέτρα στο δεύτερο τετράγωνο κι έμπαινε με το ένα πόδι στο σχέδιο και τετράγωνο -τετράγωνο έφτανε σ' εκείνο που βρισκόταν η πέτρα. Πάλι χτυπώντας την με το πόδι με το οποίο πατούσε στο έδαφος προσπαθούσε τετράγωνο -τετράγωνο να τη βγάλει έξω από το σχέδιο στην αρχή του. Αυτή η διαδικασία συνεχιζόταν με το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο τετράγωνο. Δεν έπρεπε ούτε η πέτρα ούτε το πόδι να ακουμπήσει στις γραμμές του σχεδίου. Αν ακουμπούσε στη γραμμή έβγαινε από το παιχνίδι και ξεκινούσε το άλλο παιδί. Επίσης έχανε το παιδί του οποίου η πέτρα δε θα πήγαινε στο τετράγωνο που ήταν η σειρά του. Αν για παράδειγμα έπρεπε να ρίξει την πέτρα του στο 4ο τετράγωνο κι αυτή όπως την πετούσε πήγαινε στο 5ο τότε το παιδί αυτό έχανε και συνέχιζε το άλλο παιδί.

 

 

Κόκαλο ξε-κόκαλο

 

Αυτό το παιχνίδι παίζεται καλύτερα με πολλά παιδιά. Κάποιος μετράει από το 1 μέχρι το 10 και αρχίζει να κυνηγάει τα άλλα παιδιά. Αν προσπαθήσει να πιάσει ένα παιδί, το παιδί αυτό πρέπει να πει κόκαλο και να μείνει ακίνητο για να μη το πιάσει. Το παιδί αυτό μπορεί να ξανακινηθεί μόνο αν το ακουμπήσει κάποιο από τα άλλα παιδιά, λέγοντας ξεκόκαλο. Αν μείνει μόνο ένα παιδί που έχει δικαίωμα να τρέχει δεν μπορεί να πει κόκαλο και να ακινητοποιηθεί αν δεν απελευθερώσει κάποιο άλλο παιδί. Το παιδί που θα πιαστεί τελικά είναι και αυτό που θα είναι ο κυνηγός στον επόμενο γύρο.

 

 

Κλέφτες κι αστυνόμοι

 

Παίζουν όσα παιδιά θέλουν και χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία είναι οι κλέφτες και η άλλη οι αστυνόμοι. Οι αστυνόμοι προσπαθούν να πιάσουν τους κλέφτες, ακουμπώντας τους στην πλάτη. Αυτοί για να προφυλαχτούν, ακουμπούν με την πλάτη κάτω ή στον τοίχο. Αλλά και οι κλέφτες προσπαθούν συγχρόνως να τους ακουμπήσουν στην πλάτη τους αστυνόμους. Όποιον τον ακουμπήσουν στην πλάτη, βγαίνει από το παιχνίδι. Νικητής είναι όποια ομάδα μείνει με τα περισσότερα παιδιά.

 

 

Στρατιωτάκια, ακούνιτα, αμίλητα, αγέλαστα

 

Η ομάδα των παιδιών τα βγάζει για να δούνε ποιος τα φυλάει και αυτό στέκεται σε απόσταση με το πρόσωπο στον τοίχο λέγοντας: " Στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα και αγέλαστα". Μόλις αυτός γυρίσει προς τα παιδιά που βρίσκονται σε απόσταση πίσω από την πλάτη του και κάνουν διάφορες κινήσεις πρέπει να μείνουν ακίνητα. Εκείνος τότε θα περιδιαβεί ανάμεσά τους με σκοπό να τα κάνει να κουνηθούν ή να γελάσουν, χωρίς όμως να τ' ακουμπήσει. Αν κάποιος κουνηθεί τον βγάζει από το παιγνίδι. Το ίδιο επαναλαμβάνεται μέχρι να μείνει ο τελευταίος, ο οποίος και καλείται να τα φυλάξει.

 

 

Το τζαμί

 

Παίζουν το λιγότερο με 10 παίκτες οι οποίοι χωρίζονται σε δύο ομάδες. Βάζουμε τα κεραμίδια μέσα σε ένα μικρό κύκλο το ένα πάνω στο άλλο και από το σημείο εκείνο μετράμε 7 βήματα και κάνουμε μία γραμμή σε εκείνο το σημείο.

Η μία ομάδα στέκετε πίσω από τη γραμμή και η άλλη πίσω από τα κεραμίδια. Η ομάδα που είναι πίσω από την γραμμή παίρνει τη μπάλα και προσπαθεί να σημαδέψει και να ρίξει τα κεραμίδια. Κάθε παίκτης έχει 3 ευκαιρίες να ρίξει τη μπάλα, σε περίπτωση που κανείς δεν πετύχει να ρίξει κάτω τα κεραμίδια αλλάζουν ρόλους. Σε περίπτωση που κάποιος ρίξει τα κεραμίδια η ομάδα του τρέχει προς όλες τις κατευθύνσεις και προσπαθεί να βάλει τα κεραμίδια το ένα πάνω στο άλλο όπως ήταν πριν.

 Η άλλη ομάδα προσπαθεί να χτυπήσει με τη μπάλα τους αντιπάλους της έτσι ώστε να τους βγάλει από το παιχνίδι. Όποιος έχει τη μπάλα πρέπει να είναι ακίνητος. Την ώρα εκείνη μπορεί να ακινητοποιήσει έναν αντίπαλο ή να δώσει πάσα σ' ένα συμπαίκτη του. Το παιχνίδι συνεχίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο μέχρις ότου ή η μία ομάδα να στήσει τα κεραμίδια και να πει "ΤΖΑΜΙ" ή η άλλη ομάδα να ακινητοποιήσει όλους τους αντιπάλους της.

 

 

Σπασμένο τηλέφωνο

 

Το παιχνίδι παίζεται με όσους παίχτες θέλετε. Κάθονται στη σειρά και ο πρώτος λέει μία λέξη στο αυτί του δεύτερου, ο δεύτερος στον τρίτο, ... έτσι ώστε να φτάσει στον τελευταίο. Αν ο τελευταίος βρει την αρχική λέξη, τότε πηγαίνει μπροστά και λέει τη δική του.

 

 

Το τσιλίκι (1)

 

Αποτελείται από δύο ξύλινες βέργες. Η μία είναι κοντή, η άλλη μακριά και μυτερή. Παίζεται εύκολα. Αφήνουμε τη μικρή βέργα κάτω στη γη και με τη μεγάλη τη σηκώνουμε ψηλά και όταν είναι στον αέρα τη χτυπάμε. Όποιος την πετάξει μακρύτερα είναι ο νικητής.

 

 

Το τσιλίκι (2)

 

(αγόρια) Παιζόταν από δυο παίκτες. Ο κάθε παίκτης κρατούσε μια βέργα, περίπου μισό μέτρο, την τσιλικόβεργα. Το τσιλίκι ήταν ένα μικρότερο κομμάτι ξύλου περίπου 25 εκατοστών. Το τσιλίκι ήταν πελεκημένο στις άκρες έτσι ώστε να είναι μυτερό και να εκτινάσσεται προς τα πάνω όταν το χτυπούσαν με την τσιλικόβεργα στις άκρες. Κάθε παίκτης έπαιζε με τη σειρά του.

Στο παίξιμό του έμοιαζε με το αμερικάνικο παιχνίδι "μπεηζμπωλ". Ζωγράφιζαν ένα κύκλο μέσα από τον οποίο το παιδί που έπαιζε πρώτο προσπαθούσε να διώξει όσο μπορούσε μακρύτερα το "τσιλίκι" που κρατούσε με το ένα του χέρι χτυπώντας το με την τσιλικόβεργα που είχε στο άλλο. Αν το άλλο παιδί κατάφερνε να πιάσει το τσιλίκι στον αέρα τότε έχανε το πρώτο κι άλλαζαν ρόλους. Αν δεν τα κατάφερνε τότε είχε μια ακόμα ευκαιρία να "κάψει" τον αντίπαλό του αν πετύχαινε με το τσιλίκι που πετούσε από το σημείο στο οποίο είχε καταλήξει τον πρώτο παίκτη που καθόταν μέσα στον κύκλο.

Ο πρώτος παίκτης τώρα δεν καθόταν να δεχτεί μοιρολατρικά το χτύπημα του αντίπαλου. Με την τσιλικόβεργα προσπαθούσε να χτυπήσει το τσιλίκι και να το επιστρέψει πίσω και μάλιστα όσο πιο μακριά γινόταν. Κι αυτό γιατί στη συνέχεια μετρούσαν πόσα βήματα μακριά από τον κύκλο είχε καταλήξει το τσιλίκι και για κάθε βήμα έπαιρνε πόντους. Νικητής ήταν αυτός που συγκέντρωνε τους περισσότερους πόντους.

 

 

Η τυφλόμυγα

 

Δένουμε τα μάτια ενός παιδιού με ένα μαντήλι. Αυτός που έχει τα μάτια δεμένα, προσπαθεί να πιάσει τους άλλους που βρίσκονται γύρω του και να τους αναγνωρίσει. Εάν καταφέρει να αναγνωρίσει αυτόν που έπιασε, τότε αυτός φοράει το μαντήλι.

 

 

Οι μέλισσες

 

Το παιχνίδι μέλισσες παίζεται από 5 παίκτες και πάνω . Για να παιχτεί το παιχνίδι, δυο παιδιά φτιάχνουν με τα χέρια τους μια γέφυρα και τα υπόλοιπα παιδιά περνούν κάτω απ' αυτήν. Τα παιδιά τα οποία έφτιαξαν τη γέφυρα διαλέγουν δυο λέξεις, μια για το καθένα. Μετά τραγουδούν ένα τραγούδι: ' Περνά - περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα και με τα κλωσσόπουλα. Ζουμ ζουμ ζουμ να οι μέλισσες περνούν για να δούμε τι θα πουν'. Όταν τελειώσουν το τραγούδι, το παιδί που βρίσκεται κάτω από τη γέφυρα, πιάνεται από τα παιδιά που έφτιαξαν τη γέφυρα. Μετά του λένε τις δυο λέξεις που διάλεξαν και το παιδί πρέπει να διαλέξει μια από τις δυο. Όποια λέξη από τις δυο διαλέξει πάει με το παιδί που διάλεξε αυτή τη λέξη. Έτσι γίνεται και με τους υπόλοιπους. Όποιος πάρει τους περισσότερους κερδίζει.

 

 

Μήλα (μηλάκια, μηλαράκια)

 

Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Μετά κάνουν "πέτρα - ψαλίδι - χαρτί" για να δουν ποια από τις δύο ομάδες θα είναι μέσα. Τα παιδιά που είναι μέσα πρέπει να τρέχουν εδώ κι εκεί για να μην τους ακουμπήσει η μπάλα. Αν καείς βγαίνεις έξω. Ο σκοπός αυτού του παιχνιδιού είναι να πιάσεις όσο περισσότερα μήλα μπορείς, πιάνοντας κάθε φορά τη μπάλα. Με κάθε μήλο έχεις μια ζωή παραπάνω, δηλαδή αν καείς παίζεις δεύτερη φορά, γιατί είχες πιάσει μήλο. Ο τελευταίος που θα μείνει πρέπει να κάνει τα δωδέκατα, δηλαδή για δώδεκα συνεχή χτυπήματα να μην τον κάψουν.

 

 

Μπίζ

 

(αγόρια) Κάποιος έκρυβε τα μάτια του (μάνα) και ένας από τους υπόλοιπους τον χτυπούσε. Όλοι φώναζαν "μπιζ" και σήκωναν το ένα χέρι. Η "μάνα" τότε άνοιγε τα μάτια και έλεγε ποιος μπορεί να ήταν αυτός που το χτύπησε. Αν το έβρισκε έκανε αυτός τη "μάνα". Αν όχι συνέχιζε το ίδιο παιδί. Παιζόταν και στην αρχαιότητα με την ονομασία "κολλαβισμός"

 

 

Μπίλιες (γκαζάκια)

 

 (αγόρια) Τις αγόραζαν ή τις έφτιαχναν από πηλό και τις έψηναν. Έβαζαν σε μια σειρά ο καθένας τη μπίλια του σε μια γραμμή. Στη συνέχεια προσπαθούσαν να παρασύρουν τις μπίλιες από τη γραμμή πετώντας από κάποια προκαθορισμένη απόσταση μια άλλη μπίλια που είχε ο καθένας. Όποια παρέσερνε από τη γραμμή την έπαιρνε. Το ίδιο παιχνίδι παιζόταν και με καρύδια που λόγω σχήματος μπορούσαν να παίξουν το ρόλο της μπίλιας αλλά και λόγω αφθονίας στην περιοχή ήταν αρκετά προσιτά και για παιχνίδι.

Μπορούμε να πούμε πως μοιάζει με το αρχαίο παιχνίδι "εις ώμιλλαν" ή τις "αμάδες" που παίζονται σε άλλες περιοχές. Επίσης μοιάζει και με το παιχνίδι "Ελευθερία". Παιζόταν και στα αρχαία χρόνια με το όνομα "βόλοι".

 

 

Οι πατάτες

 

Στις πατάτες παίζουν όσα παιδιά θέλουν. Κάνουν ένα κύκλο και παίζουν βόλεϊ. Όποιο παιδί δεν μπορεί να ρίξει καλή πάσα και πέσει κάτω η μπάλα, μπαίνει στη μέση του κύκλου με το ένα πόδι γονατισμένο και προσπαθεί να πιάσει τη μπάλα. Όποιο παιδί ρίξει τη μπάλα, μπαίνει μέσα. Αν πιάσει τη μπάλα κάποιος από εκείνους που βρίσκονται στη μέση του κύκλου, βγαίνει έξω μαζί με τους άλλους, που είναι μέσα και μπαίνει όποιος πέταξε τη μπάλα. Νικητής είναι εκείνος που μένει μόνος στον κύκλο έξω.

 

 

Το πατητό

 

Το πατητό παίζεται από πολλούς παίκτες. Όλοι οι παίκτες ενώνουν το ένα τους πόδι, τα κολλάνε δηλαδή όλα μαζί. Μετά φωνάζουν "πατητό" όλοι μαζί παίρνοντας το πόδι τους πίσω. Φωνάζουν νούμερα: "πρώτος", "δεύτερος" κ.α. Ο καθένας παίζει με τη σειρά του. Ο ένας προσπαθεί να πατήσει τον άλλο πηδώντας. Πηδούν όμως και αυτοί τους οποίους προσπαθούν να πατήσουν, ώστε να αποφύγουν το πάτημα. νικητής είναι αυτός που θα μείνει τελευταίος.

 

 

Περνά περνά η μέλισσα

 

Τα παιδιά εκλέγουν δύο αρχηγούς. Αυτοί οι δύο ονομάζονται με κάτι γλυκό ή σπουδαίο ή καλό (εγώ είμαι το δαχτυλίδι, λέει ο ένας με την διαμαντόπετρα, εγώ είμαι ένα ωραίο παγωτό με κρέμα, σοκολάτα και μπόλικο σιρόπι λέει ο άλλος, ή εγώ είμαι ο Παρθενώνας, εγώ είμαι ο ναός του Σουνίου). Τότε στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλον και τα υπόλοιπα παιδιά κάνουν μία ουρά και τα δύο παιδιά χτυπούν τα χέρια τους ψηλά σαν αψίδα να περάσουν οι άλλοι από κάτω τραγουδώντας: "Περνά περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα και με τα παιδόπουλα, παιδόπουλα". Σταματούν σ' ένα παιδί που περνάει εκείνη τη στιγμή κάτω από την αψίδα και του λένε μυστικά στ' αυτί αυτό που έχουν βάλει ότι είναι να διαλέξει. Αυτό του το λέει ο ένας συνήθως χωρίς να πει, ποιος είναι τι.

Όταν το παιδί ζητήσει "το παγωτό" (ας πούμε) πηγαίνει πίσω απ' αυτόν που έχει ονομαστεί "παγωτό" και τον κρατά από τη μέση. Το ίδιο επαναλαμβάνεται για όλα τα παιδιά να διαλέξουν. Έτσι γίνονται δύο αλυσίδες. Πιάνονται οι αρχηγοί από τα χέρια και τραβιούνται από τα πίσω παιδιά. Όποια ομάδα τραβήξει την άλλη κερδίζει.

 

 

Πετρώνω

 

1ος τρόπος Ένα παιδί κυνηγάει τα υπόλοιπα. Αυτά που καταφέρνει να πιάσει μένουν ακίνητα "πετρωμένα" μέχρι να τα απελευθερώσει ένα άλλο παιδί που δεν πιάστηκε, ακουμπώντας τα.

2ος τρόπος Και αυτός ο τρόπος δε διαφέρει, μόνο που τα παιδιά που πιάνονται μετρούν μέχρι το 50. Αν μέχρι τότε δεν τα ακουμπήσει κάποιο παιδί που δεν πιάστηκε, κυνηγούν και αυτά.

 

 

Το ρολόι

 

Η ομάδα των παιδιών τα βγάζει κι εκλέγεται ένα παιδί, που θα κάνει τον αρχηγό. Ο αρχηγός στέκεται σ' ένα σημείο και όλα τα άλλα παιδιά στέκονται σε από στάση 4-5 μέτρων απ' αυτόν. Τότε, κάθε παιδί με τη σειρά του ρωτά: - Αρχηγέ αρχηγέ, τι ώρα είναι; Ο αρχηγός του απαντάει ό,τι θέλει. Π.χ. - Δύο μεγάλα βήματα μπροστά ή πέντε μικρά βήματα πίσω κ.ο.κ. Έτσι κάθε παιδί κινείται, πλησιάζει ή απομακρύνεται από τον αρχηγό, ανάλογα με τις εντολές του. Οι ερωτήσεις επαναλαμβάνονται κανονικά, μέχρις ότου φθάσει κάποιο παιδί τον αρχηγό. Τότε μπαίνει αυτό αρχηγός και το παιχνίδι ξαναρχίζει.

 

 

Το κορόιδο

 

Για να παιχτεί αυτό το παιχνίδι χρειάζονται 3 παιδιά και μια μπάλα. Τα δυο παιδιά κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλο και στη μέση ο τρίτος. Τα δυο παιδιά πετούν ο ένας τη μπάλα στον άλλο και ο τρίτος προσπαθεί να την πιάσει. Αν καταφέρει να την πιάσει παίρνει τη θέση του αυτός που την πέταξε.

 

 

Το κουτσό

 

(κορίτσια) Παιζόταν από δυο άτομα. Το πρώτο παιδί που άρχιζε, έριχνε μια στρογγυλή πέτρα στην αρχή του σχεδίου. Έπρεπε στηριγμένο στο ένα πόδι να σπρώξει μ' αυτό την πέτρα ώστε να βγει έξω από το σχέδιο στην αρχή. Στη συνέχεια έριχνε την πέτρα στο δεύτερο τετράγωνο κι έμπαινε με το ένα πόδι στο σχέδιο και τετράγωνο -τετράγωνο έφτανε σ' εκείνο που βρισκόταν η πέτρα. Πάλι χτυπώντας την με το πόδι με το οποίο πατούσε στο έδαφος προσπαθούσε τετράγωνο -τετράγωνο να τη βγάλει έξω από το σχέδιο στην αρχή του. Αυτή η διαδικασία συνεχιζόταν με το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο τετράγωνο. Δεν έπρεπε ούτε η πέτρα ούτε το πόδι να ακουμπήσει στις γραμμές του σχεδίου. Αν ακουμπούσε στη γραμμή έβγαινε από το παιχνίδι και ξεκινούσε το άλλο παιδί. Επίσης έχανε το παιδί του οποίου η πέτρα δε θα πήγαινε στο τετράγωνο που ήταν η σειρά του. Αν για παράδειγμα έπρεπε να ρίξει την πέτρα του στο 4ο τετράγωνο κι αυτή όπως την πετούσε πήγαινε στο 5ο τότε το παιδί αυτό έχανε και συνέχιζε το άλλο παιδί.

 

 

Τα λεμόνια

 

Το παιχνίδι αυτό παίζεται με πολλά παιδιά. Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία ομάδα αναλαμβάνει το πέταγμα της μπάλας. Τα παιδιά αυτής της ομάδας μοιράζονται και στέκονται απέναντι σε αρκετή απόσταση. Ανάμεσά τους στέκονται τα παιδιά της άλλης ομάδας. Τα παιδιά που πετάν τη μπάλα πρέπει να βγάλουν από το παιχνίδι όλα τα παιδιά της άλλης ομάδας. Αυτό γίνεται με τον παρακάτω τρόπο: Πετούν τη μπάλα με τέτοιο τρόπο ώστε να μην χάνει την επαφή της από το έδαφος. Καλύτερα είναι αν την κλωτσάνε ελαφρά. Τα παιδιά που βρίσκονται στη μέση πρέπει υποχρεωτικά να πηδήξουν την μπάλα και να μην τους ακουμπήσει. Αν προσπαθήσουν να την αποφύγουν χωρίς να την πηδήξουν, βγαίνουν από το παιχνίδι.

 

 

Μακρυά γαιδούρα

 

Το παιχνίδι παίζεται με δύο ομάδες. Η κάθε ομάδα έχει 5-6 παίκτες. Η πρώτη ομάδα κάθεται σχεδόν κάτω και τα παιδιά της άλλης ομάδας πηδούν ένας ένας στην πλάτη των παιδιών της πρώτης ομάδας. Αν η πρώτη ομάδα δεν πέσει κάτω, τότε κερδίζει. Αν πέσει κάτω, κερδίζει η δεύτερη ομάδα.

 

 

Τα αγαλματάκια

 

Τα αγαλματάκια παίζονται από τρία παιδιά και πάνω. Ένα παιδί τα φυλάει και κλείνει τα μάτια. Κρατά κλειστά τα μάτια του κει λέει τη φράση: "Αγαλματάκια αγαλματάκια, μέρα ή νύχτα;" Όσο λέει τη φράση και κρατά κλειστά τα μάτια τα άλλα παιδιά κινούνται. Όταν τα ανοίξει όλοι πρέπει να είναι ακίνητοι. Αν κάποιο παιδί εκείνη τη στιγμή που ανοίγει τα μάτια του κινηθεί τα φυλάει εκείνο.

 

 

Βασιλιά βασιλιά

 

- Βασιλιά, βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά! - Τι δουλειά; - Τεμπελιά. - Τεμπελιά; Γρήγορα δουλειά! Τα παιδιά προσπαθούν να δείξουν με νοήματα και κινήσεις στον βασιλιά, μια δουλειά που αποφάσισαν από πριν, να κάνουν. Ο βασιλιάς πρέπει να μαντέψει τη δουλειά.

 

 

Ο βεζύρης και ο βασιλιάς

 

(αγόρια-κορίτσια) Γι' αυτό το παιχνίδι χρησιμοποιούσαν μικρά κοκαλάκια από τα πόδια κατσικιών. Αυτά έχουν τέσσερις πλευρές. Δυο πιο φαρδιές και δυο πιο στενές. Αυτές οι πλευρές δεν είναι όλες ίδιες. Από τις στενές πλευρές η μια είναι πιο ομαλή (βεζίρης) και η άλλη έχει δυο βαθουλώματα (Βασιλιάς). Οι φαρδιές πλευρές έχουν πάλι η μια βαθούλωμα (κλέφτης) και η άλλη εξόγκωμα (ψωμάς). Τα παιδιά έριχναν τους αστραγάλους και ανάλογα από την πλευρά που θα έφερναν γίνονταν Βασιλιάς, Βεζίρης, Κλέφτης και Ψωμάς. Αν έφερνες ψωμά δεν πάθαινες τίποτα. Αν όμως έφερνες "κλέφτη" τότε περίμενες την τιμωρία που αποφάσιζε ο "Βασιλιάς" και εκτελούσε ο "Βεζίρης". Η τιμωρία ήταν συνήθως ξυλιές με ένα λουρί. Κάθε παιδί έριχνε με τη σειρά του. Γι' αυτό και οι ρόλοι εναλλάσσονταν αφού αν κάποιος έφερνε "Βασιλιά" ή "Βεζίρη" έπαιρνε τον τίτλο από εκείνον που τον είχε πιο πριν. Το παιχνίδι αυτό παιζόταν και στην αρχαιότητα σαν παραλλαγή των αστραγάλων με την ονομασία "πλειστοβολίνδα".

 

 

Το γαϊτανάκι

 

Το γαϊτανάκι αποτελείται από ένα ξύλινο κοντάρι. Στην κορυφή του είναι πιασμένες αρκετές πολύχρωμες κορδέλες, που είναι μακριές. Κάθε κορδέλα την κρατάει ένα παιδί και τραγουδώντας κάποιο τραγούδι γυρνάει γύρω γύρω. Το ένα παιδί περνάει τη μια φορά μέσα και την άλλη από έξω από το άλλο παιδί και έτσι οι κορδέλες πλέκονται πολύχρωμες πάνω στο κοντάρι δημιουργώντας διάφορα χρωματιστά σχέδια.

 

 

Η γάτα και το ποντίκι

 

Τα παιδιά σχηματίζουν κύκλο πιασμένα απ' τα χέρια. Ένα παιδί κάνει το ποντίκι κι άλλο τη γάτα. Ο ποντικός στέκεται στο κέντρο του κύκλου, ενώ η γάτα περιμένει απ' έξω. Το ποντίκι έχει το δικαίωμα να μπαινοβγαίνει απ' όπου θέλει. Η γάτα, όμως, μπορεί να μπαινοβγαίνει απ' ορισμένα μόνο σημεία, που θα καθορίσουν. Αν η γάτα, στην προσπάθειά της να πιάσει το ποντίκι, κάνει λάθος και μπει ή βγει απ' αλλού, τότε «χάνει», και τη θέση της παίρνει το παιδί που στεκόταν στη θέση απ' όπου πέρασε. Αν όμως καταφέρει να πιάσει το ποντίκι, τότε αλλάζουν οι ρόλοι.

 

 

Το δαχτυλίδι

 

Παίζεται με 3-4 παιδιά. Ένας έχει στα χέρια του ένα δαχτυλίδι και το περνάει από τα χέρια των παιδιών. Κάποια στιγμή αφήνει το δαχτυλίδι σε κάποιον χωρίς να το πάρουν είδηση τα άλλα παιδιά. Πρέπει να βρουν σε ποιον έχει αφήσει το δαχτυλίδι. Όποιος το βρει παίρνει το δαχτυλίδι και ξαναρχίζει το παιχνίδι. Όση ώρα περνάνε το δαχτυλίδι από χέρι σε χέρι λένε και ένα τραγούδι: "Πούντο, πούντο το δαχτυλίδι, νάτο νάτο δε θα το βρεις. Το δαχτυλίδι που φορείς, δε θα το βρεις, δε θα το βρεις". 

 

 

Ένα δύο τρία, κόκκινο φώς

 

Το παιδί που κάνει τη «μάνα» στέκεται γυρισμένο στον τοίχο, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια γραμμή αρκετά μέτρα μακριά του. Στο διάστημα που το παιδί απαγγέλλει: «Ένα δύο τρία κόκκινο φως», τα παιδιά παίρνουν διάφορες στάσεις. Μόλις η «μάνα» σταματήσει, γυρίζει απότομα προς το μέρος των παιδιών, που έχουν στο μεταξύ ακινητοποιηθεί. Αν κάποιο απ' αυτά κουνιέται, «καίγεται» και δεν παίζει άλλο. Το παιχνίδι επαναλαμβάνεται μέχρι τη στιγμή που κάποιο παιδί θα πλησιάσει τη «μάνα» πολύ κοντά και θα τη χτυπήσει στον ώμο. Τότε όλα τα παιδιά αρχίζουν να τρέχουν, για να περάσουν τη γραμμή της αφετηρίας. Αν κάποιο παιδί πιαστεί απ' τη «μάνα», πριν περάσει τη γραμμή, τότε τα «φυλάει». Αλλιώς, τα φυλάει πάλι το ίδιο παιδί.

 

 

Το σχοινάκι (καμάρα)

 

Στην καμάρα παίζουν όσα παιδιά θέλουν, αλλά όχι πάρα πολλά. Δύο παιδιά βγαίνουν έξω και γυρνάν το σχοινάκι. Τα παιδιά πηδούν. Όποιο μπερδευτεί στο σχοινάκι, χάνει, βγαίνει έξω και γυρνάει το σχοινί. Ο άλλος που γυρνούσε, μπαίνει μαζί με τα άλλα παιδιά και έτσι το παιχνίδι συνεχίζεται.